Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

Ομολογία ή Μυστήρια: Απομάκρυνση-Αποτείχιση από τους Αιρετικούς Οικουμενιστές και τους Παρασυνάγωγους ΓΟΧ.



Ομολογία ή Μυστήρια:
Απομάκρυνση-Αποτείχιση από τους Αιρετικούς Οικουμενιστές και τους Παρασυνάγωγους ΓΟΧ. 


Άγιος Ιερομάρτυς Κύριλλος του Καζάν (+1937)
για τα Μυστήρια των Σεργιανιστών



"Τό ἄν ὑπάρχῃ ἤ ὄχι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτήν τήν προσπάθεια τοῦ Σεργίου ἐμεῖς δέν θά τολμήσουμε νά τό κρίνουμε μέχρις ὅτου μία νόμιμη Σύνοδος μέ τήν ἀπόφασίν της ἐκφράσει τήν κρίσιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γι’ αὐτόν. Ὡστόσον, ὅπως συμβαίνει καί μέ κάθε τι παρόμοιον μέ τήν Ἀνανέωσιν, δέν δυνάμεθα ν’ ἀναγνωρίσουμε τήν διοίκησιν τῆς ἐκκλησίας πού ἔχει ἀνανεωθῆ ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Σεργίου ὡς τήν Ὀρθόδοξον διοίκησιν πού προῆλθεν ἀπό τήν μάχην τῆς διαδοχῆς τῆς Αὐτοῦ Ἁγιότητος, τοῦ Πατριάρχου Τύχωνος. Κατά συνέπειαν, παραμένοντας εἰς κανονικήν ἑνότητα μέ τόν Μητροπολίτην Πέτρον, Πατριαρχικόν Τοποτηρητήν, ἐφόσον ἐπί τοῦ παρόντος δέν εἶναι δυνατόν νά ἐπικοινωνήσουμε μαζί του, ἀναγνωρίζουμε τήν ὀργάνωσιν τῆς διοικήσεως τῆς ἐκκλησίας ὡς τό μόνον νόμιμον πρᾶγμα ἐπί τῇ βάσει τοῦ Διατάγματος τοῦ Τσάρου τῆς 7/20 Νοεμβρίου 1920. Πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι, μέ ἀδελφικήν ἑνότητα καί ἀλληλοϋποστήριξιν, θά κρατήσουν τήν Ρωσσικήν Ἐκκλησίαν, μέ τήν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, στήν παραδοσιακήν Ὀρθοδοξίαν τῆς ἐν ἰσχύι Πατριαρχικῆς Διαθήκης, καί θά τήν ὁδηγήσουν εἰς νόμιμον Σύνοδον. Ἔχω τήν ἐντύπωσιν ὅτι τόσον ἐσεῖς ὅσον καί ὁ ἀνταποκριτής σας δέν διακρίνετε τίς ἐνέργειες τοῦ Μητροπολίτου Σεργίου καί τῶν ὀπαδῶν του πού γίνονται κατά τήν πρέπουσαν τάξιν μέ τήν δύναμιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Χάριτος, ἡ ὁποία λαμβάνεται διά τοῦ μυστηρίου τῆς ἱερωσύνης, ἀπό ἐκεῖνες τίς ἄλλες ἐνέργειες πού γίνονται καθ’ ὑπέρβασιν τῶν δικαιωμάτων τῶν μυστηρίων καί μέ ἀνθρωπίνην πονηρίαν, ὡς μέσα προστασίας καί ὑποστηρίξεως τῶν αὐτο-εφευρεθέντων δικαιωμάτων τους στήν Ἐκκλησία. Σέ τέτοιες ἐνέργειες ἔχουν προβεῖ ὁ Ἐπίσκοπος Ζαχαρίας καί ὁ ἱερεύς Παταπώβ γιά τούς ὁποίους ὁμιλεῖς. Αὐτές εἶναι μυστηριακές πράξεις στήν ἐξωτερικήν μόνον μορφήν των, ἐνῷ στήν οὐσίαν εἶναι πράξεις ὑφαρπαγῆς τῆς μυστηριακῆς δραστηριότητος, ὁπότε εἶναι βλάσφημες, χωρίς χάριν, μή ἐκκλησιαστικές. Τά Μυστήρια, ὅμως, τά ὁποῖα τελοῦνται ἀπό τούς Σεργιανιστάς πού εἶναι ὀρθῶς χειροτονημένοι καί στούς ὁποίους δέν ἀπαγορεύεται νά ὑπηρετοῦν ὡς ἱερεῖς, εἶναι ἀναμφιβόλως σωστικά Μυστήρια γι’ αὐτούς οἱ ὁποῖοι τά λαμβάνουν μέ πίστιν, μέ ἁπλότητα, χωρίς διαβουλεύσεις καί ἀμφιβολίες γιά τήν ἀποτελεσματικότητά των, καί οἱ ὁποῖοι οὔτε κἄν ὑποπτεύονται τίποτε τό ἐσφαλμένον στήν Σεργιανιστικήν τάξιν τῆς Ἐκκλησίας. Ταυτοχρόνως, ὅμως, τά ἐν λόγῳ μυστήρια εἶναι πρός κρίσιν καί καταδίκην αὐτῶν πού τά τελοῦν, καθώς καί αὐτῶν πού συμμετέχουν σ’ αὐτά, παρά τό γεγονός ὅτι γνωρίζουν πολύ καλῶς ὅτι στόν Σεργιανισμόν ὑπάρχει ἀναλήθεια, καί παρά ταῦτα δέν ἀντιτίθενται εἰς αὐτόν, γεγονός πού φανερώνει μίαν κακουργηματικήν ἀδιαφορίαν γιά τήν διακωμώδησιν τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτόν τόν λόγον, εἶναι οὐσιαστικόν γιά ἕνα Ὀρθόδοξον Ἐπίσκοπον ἤ ἱερέα ν’ ἀπέχῃ ἀπό τήν κοινωνίαν μέ τούς Σεργιανιστάς στήν προσευχήν. Τό αὐτό εἶναι ἐξ ἴσου οὐσιαστικόν καί γιά τούς λαϊκούς πού ἔχουν συνειδητήν συμπεριφοράν εἰς ὅλας τάς ἐκφάνσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς".
(Ἀπόσπασμα ἐπιστολῆς πρὸς ἄδηλο Ἱεράρχη, Φεβρουάριος 1934)


Ἡ ἀκυρότητα τῶν μυστηρίων τῶν μὴ καταδικασθέντων αἱρετικῶν, δὲν εὐοδοῦται οὔτε ἐκ τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων, οὔτε ἐκ τῆς ἐκλησιολογίας· ἀπὸ τὸ ἂν ἔχει, δηλαδή, κάποιος ὀρθὴ ἢ μὴ ὀρθὴ πίστη ἢ τὸ ἂν αὐτὴ ἡ πίστη ἔχει διατυπωθεῖ «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ». Διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν γνωρίζουμε τὰ κρυφὰ τῶν ἀνθρώπων, κάθε φορὰ ποὺ θὰ ἀντιλαμβανόμαστε ἢ θὰ ὑποψιαζόμαστε ὅτι κάποιος ἱερωμένος ἔχει «παράξενες» ἰδέες, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀμφιβάλουμε γιὰ τὰ μυστήρια ποὺ μᾶς μεταδίδει. Ἐκεῖνο, λοιπόν, ποὺ μολύνει, ἐφ’ ὅσον ἔχει ἔγκυρη ἱερωσύνη ὁ αἱρετίζων, εἶναι ἡ αἵρεση ποὺ μεταδίδει, καὶ ὄχι τὰ μυστήρια. Ἐφ’ ὅσον Σύνοδος Ἐπισκόπων δὲν τοὺς ἀφαίρεσε τὴν ἐντολὴ νὰ τελοῦν μυστήρια, μποροῦν νὰ τὰ τελοῦν. Οἱ πιστοί (ἕως τὴν καθαίρεση τῶν κηρυττόντων κακόδοξα) ἔχουν ἀπὸ τὸν Κύριο, τοὺς Ἀποστόλους, τὶς Συνόδους λάβει διδασκαλία καὶ Ἐντολὲς ποὺ τοὺς ἀσφαλίζουν· νὰ μὴν κοινωνοῦν ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς· νὰ ἀποτειχίζονται ἀπ’ αὐτούς· κι αὐτὸ ἀρκεῖ καὶ τοὺς προφυλάσσει ἀπὸ τὸν μολυσμό.
Μέγας Βασίλειος: 
Ταῦτα οὖν παρακαλοῦμεν διορθώσεώς τε τυχεῖν ἐκκλησιαστικῆς καὶ τῆς πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς κοινωνίας ὑμᾶς ἀπέχεσθαι, εἰδότας ὅτι τὸ ἐν τούτοις ἀδιαφορεῖν τὴν ἐπὶ Χριστοῦ παρρησίαν ἡμῶν ἀφαιρεῖται.
 (Οὐρβικίῳ μονάζοντι, ἐπιστ. σξβ΄).

Οἱ αἱρετικοί, βέβαια, εἴτε φανερά, εἴτε κρυφά, εἶναι αἱρετικοί συνειδητοί, ἔχουν ἐπιφέρει στὸν ἑαυτό τους τὸ «ἀνάθεμα», ὅσο παραμένουν ἀμετανόητοι. Εἶναι ἀποκομμένοι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ὅμως, ποὺ φανερώνουν τὴν ἀπιστία τους, δὲν ἀνέχεται ἡ χριστιανικὴ ψυχὴ νὰ παραλαμβάνει ἀπὸ τὰ χέρια τους τὰ μυστήρια καὶ νὰ κοινωνεῖ, νὰ γίνεται συνένοχος τῆς κακοδοξίας τους. Καὶ ἐπὶ πλέον, ὅσοι γνωρίζουν τὴν ἀθεΐα-αἵρεσή τους, μεταλαμβάνοντας ἀπ’ αὐτούς, ὄχι μόνο δὲν παίρνουν χάρη καὶ φωτισμό, ἀλλὰ σκότος καὶ κατάρα, ὄχι γιατὶ τὰ μυστήριά τους εἶναι ἄκυρα, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶναι ἔγκυρα, ἀποβαίνουν γι’ αὐτοὺς φωτιὰ ποὺ τοὺς καίει, ἐφ’ ὅσον γνωρίζουν.
Διαταγὲς τῶν Ἀποστόλων: 
 «Ἀκούσατε, οἱ ἐπίσκοποι, καὶ ἀκούσατε, οἱ λαϊκοί, ὥς φησιν ὁ Θεός· «Κρινῶ κριὸν πρὸς κριὸν καὶ πρόβατον πρὸς πρόβατον», καὶ πρὸς τοὺς ποιμένας λέγει· Κριθήσεσθε ἕνεκεν τῆς ἀπειρίας αὑτῶν καὶ τῆς εἰς τὰ πρόβατα διαφθορᾶς, τοῦτ' ἔστιν ἐπίσκοπον πρὸς ἐπίσκοπον κρινῶ καὶ λαϊκὸν πρὸς λαϊκὸν καὶ ἄρχοντα πρὸς ἄρχοντα. Λογικὰ γὰρ τὰ πρόβατα καὶ οἱ κριοὶ οὗτοι, ἀλλ' οὐκ ἄλογα, ἵνα μήποτε εἴπῃ ὁ λαϊκός· ἐγὼ πρόβατόν εἰμι καὶ οὐ ποιμήν. Ὥσπερ δὲ τῷ καλῷ ποιμένι τὸ μὴ ἀκολουθοῦν πρόβατον λύκοις ἔκκειται εἰς διαφθοράν, οὕτως τῷ πονηρῷ ποιμένι τὸ ἀκολουθοῦν πρόδηλον ἔχει τὸν θάνατον, ὅτι κατατρώξεται αὐτό. ∆ιὸ φευκτέον ἀπὸ τῶν φθοροποιῶν ποιμένων» (Διαταγ. Ἀποστ. 2,19).

Μετὰ τὴν τιμωρία-καθαίρεσή του, ΤΟΤΕ παύει νὰ ἔχει τὴν ἐξουσία νὰ τελεῖ μυστήρια ὁ ἐπίσκοπος αὐτός. Ἕως τότε εἶναι Ἐπίσκοπος –καὶ λόγῳ τῆς αἱρέσεως ψευδεπίσκοπος– τοῦ ὁποίου τὰ μυστήρια ἔχουν ἰσχὺ γιὰ τοὺς πιστοὺς ποὺ ἀγνοοῦν –δὲν ἔχουν συνειδητοποιήσει– τὴν αἵρεσή του. Καὶ βέβαια ὁ Ἐπίσκοπος αὐτὸς ἀποτελεῖ πηγὴ μολύνσεως γιὰ ὅλους, ἐξαιτίας τῶν κακοδοξιῶν του· ὅσοι ὅμως ἔχουν  συνειδητοποιήσει τὴν κακοδοξία του, καὶ μὲ τὴν θέλησή τους κοινωνοῦν μαζί του, δὲν παίρνουν μόνο μολυσμό, ἀλλὰ καὶ ἁμαρτάνουν, γιατὶ ἀνέχονται τὸν αἱρετικὸ ποὺ κακοποιεῖ καὶ ἀλλοιώνει τὴν παραδεδομένη Πίστη, γιατὶ δὲν ὁμολογοῦν Ὀρθόδοξα, γιατὶ κοινωνοῦν μαζί του καὶ ἀπ’ αὐτόν, παρότι κακοδοξεῖ. Καὶ γιὰ τὴν ἁμαρτία τους αὐτὴ ὁ Θεὸς θὰ τοὺς τιμωρήσει τὴν ἐσχάτη τιμωρία· θὰ τοὺς ἀποκλείσει ἀπὸ τὴν Βασιλεία Του:
«Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· ὅστις δ᾿ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς»
 (Ματθ. ι΄32-33).

Ἕνας ποὺ δὲν γνωρίζει ὅτι εἶναι αἱρετικὸς κάποιος ἱερωμένος (ποὺ δὲν ἔχει καθαιρεθεῖ) καὶ ἔχει κοινωνία μαζί του ἐν ἀγνοίᾳ του, μολύνεται; Καὶ βέβαια, μολύνεται, ἀλλὰ ὄχι ἀπὸ τὴν Θ. Κοινωνία, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς κακόδοξες ἰδέες καὶ πρακτικές· ἀλλὰ ἐπειδὴ αὐτὸ γίνεται ἐν ἀγνοίᾳ του ὁ Θεὸς θὰ τὸν προστατεύσει, θὰ τοῦ ἀποκαλύψει τὴν ἀλήθεια, ἂν ἔχει καλὴ προαίρεση.
Αὐτὸς ποὺ γνωρίζει, ὅμως, εἶναι πασιφανές (κατὰ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων) ὅτι καὶ μολύνεται ἀπὸ τὴν διδασκαλία τοῦ ψευδοποιμένα, καὶ προδίδει τὴν πίστη, γιατὶ «συμφιλιάζει» μὲ αἱρετικό, γιατὶ σιωπᾶ καὶ δὲν ἀντιστέκεται, δὲν ὁμολογεῖ καὶ ἔτσι -ἀμέσως ἢ ἐμμέσως- ταυτίζεται μὲ τὸν αἱρετικὸ καί, τέλος, “μολύνεται” ἀπὸ τὰ μυστήρια, ὄχι γιατὶ αὐτὰ εἶναι μολυσμένα, ἀλλὰ γιατὶ παίρνει φωτιὰ καὶ «κόλαση», ἐφ’ ὅσον ἐν γνώσει του κοινωνεῖ καὶ συντελεῖ στὴν ἐπικράτηση τῆς αἱρέσεως, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀντιστέκεται ὀρθόδοξα (διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως) κατὰ τῶν ἐχθρῶν τοῦ Θεοῦ (ποὺ εἶναι οἱ αἱρετικοί) κι ὅσους τοὺς ἀποδέχονται, ἔστω σιωπηρά. Θὰ κυριολεκτούσαμε, λοιπόν, ἂν λέγαμε ὅτι δὲν μολύνεται ἁπλῶς, ἀλλὰ κολάζεται. Γιὰ τοῦτο ὁ Θεὸς φωνάζει ἀπὸ τὴν περίοδο τῆς Π. Διαθήκης (ἀλλὰ γιὰ τοὺς μεταπατερικοὺς «αντι-Οἰκουμενιστές», φωνάζει εἰς μάτην!): «Ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν», «χαίρειν αὐτοῖς μὴ λέγητε» κ.λπ.
Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός:
 «Πέπεισμαι γάρ ἀκριβῶς, ὅτι ὅσον ἀποδιϊσταμαι τούτου (τοῦ Πατριάρχου) καί τῶν τοιούτων, ἐγγίζω τῶ Θεῶ καί πᾶσι τοῖς πιστοῖς καί ἁγίοις Πατράσι΄ καί ὥσπερ τούτου χωρίζομαι, οὕτως ἑνοῦμαι τῆ ἀληθεία καί τοῖς ἁγίοις»
 (P.G. 160, 536).









Τετάρτη 20 Μαΐου 2020

Τα Ψέματα των Οικουμενιστών κατά του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.




 
Αποτείχιση είναι Εντολή του Θεού.
Είναι η Διαχρονική Αντίδραση των Ορθοδόξων κατά των Αιρετικών.

Ὁ 15ος Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας ἀναθέτει μέν στά ἄτομα τήν παύση τοῦ μνημοσύνου πρό Συνοδικῆς διαγνώσεως, δέν ἀναθέτει, ὅμως, στά ἄτομα τίς δίκες καί καταδίκες τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων. Αὐτό εἶναι ἔργο, ὄχι ἀτόμων, ἀλλά Συνόδου                 
           Ἀποτείχισις δέν σημαίνει τὸ νὰ βγεῖ κάποιος ἐκτός τοῦ τείχους, ἐν προκειμένω τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐσφαλμένα πιστεύουν οἱ περισσότεροι. Ὁ ἀποτειχισθείς κληρικός, ἕνεκα τῆς φανερῆς αἱρέσεως τοῦ ἐπισκόπου του, φτιάχνει ἕνα τεῖχος ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ τὸν χωρίζει ἀπὸ τὸν αἱρετικὸ ἐπίσκοπο, μέχρι νὰ ἔρθει Ὀρθόδοξη Σύνοδος, νὰ καθαιρέσει τὸν αἱρετικὸ ἐπίσκοπο, ἐὰν δὲν μετανοήσει.




Σάββατο 2 Μαΐου 2020

Ο Μέγας Βασίλειος ΑΠΑΝΤΑ σε όσους λένε ότι «Εμείς θα αγωνισθούμε εναντίον του Οικουμενισμού μέσα στην Εκκλησία». Ξεκαθαρίζει ποιοι είναι «Εντός της Εκκλησίας» και ποιοί «Εκτός».






«Ουδέ δύναμαι αυτόν 
κοινωνόν ηγήσασθαι των αγίων»


(Μ. Βασίλειος – Επιστολή (214) προς Κόμητα Τερέντιον)

Διακοπή Εκκλησιαστικής Κοινωνίας με τους Αιρετικούς ΠΣΕσατζίδες-Οικουμενιστές και τους Παρασυνάγωγους ΓΟΧ η μόνη οδός σωτηρίας


Ο Μ. Βασίλειος στα όρια της ποιμαντικής του ευθύνης, ως επίσκοπος, ως έμπονος παρατηρητής των εκκλησιαστικών πραγμάτων και ως Θεοφόρος αναλυτής της Ορθόδοξης εκκλησιολογίας, απευθύνεται στο Μ. Αθανάσιο σε καιρό «φοβερού χειμώνος», όπως χαρακτηρίζει την εκκλησιαστική πραγματικότητα στην Αντιόχεια (σχίσμα).

Για το Μ. Βασίλειο μια εκκλησιαστική ενότητα στην Αντιόχεια σε έδαφος εκριζωμένης Ορθοδοξίας, σε φιλοαρειανική βάση, είναι πνευματική απώλεια, βαρύς χειμώνας, γι’ αυτό και επικαλείται για πνευματική βοήθεια τον Μ. Αθανάσιο.

Γράφει σχετικά: «όσον των Εκκλησιών τα αρρωστήματα επί το μείζον πρόεισι, τοσούτον πάντες επί την σην επιστρεφόμεθα τελειότητα, μιαν εαυτοίς υπολείπεσθαι των δεινών παραμυθίαν την σην προστασίαν πεπιστευκότες…» δηλ.: «όσον τα αρρωστήματα των Εκκλησιών γίνονται βαρύτερα, τόσον περισσότερον στρεφόμεθα όλοι προς την τελειότητά σου, διότι έχομεν πιστεύσει ότι μόνο μια παραμυθία δια τα δεινά μάς έχει μείνει, η δική σου προστασία» (Προς Αθανάσιον Αλεξανδρείας – Επιστολή 80).

Σήμερα, που η Εκκλησία μετατρέπεται σιγά – σιγά σε «οικουμενιστική Εκκλησία» (π. Ανατόλιος – προφητεία) και διαφαίνονται τα στοιχεία – σημάδια της πανθρησκείας, οι ευαίσθητες – εξεγερμένες ορθόδοξες συνειδήσεις στρέφονται και στο Μ. Βασίλειο, κατ’ αναλογία της δικής του ποιμαντικής αγωνίας, για τις εκκλησιολογικές μεταλλάξεις της εποχής του.

Η σημερινή οικουμενιστική διάβρωση θα είχε ίσως αποφευχθεί και σίγουρα θα είχε μετριασθεί, αν στην εποχή που ο οικουμενισμός απαριθμούσε μια δράκα επισκόπων, είχε δημιουργηθεί μια πνευματική Πατερική θωράκιση, μια θεολογική αφύπνιση διάρκειας, που είχαν ξεκινήσει οι π. Φιλόθεος Ζερβάκος, ο επίσκοπος Φλωρίνης Αυγουστίνος και σχεδόν όλο το Άγιο Όρος.

Δυστυχώς, η θεωρία των δύο άκρων του π. Επιφανίου, δημιούργησε μια απλή ενωτική επιφάνεια στην Εκκλησία και έδωσε χώρο διαμόρφωσης της οικουμενιστικής πλάνης – αίρεσης και παραπλάνησης πολλών πνευματικών ανθρώπων.

Στην Επιστολή (214) προς «Τερέντιο Κόμητα», ο Μ. Βασίλειος διατυπώνει βασικές πνευματικές – εκκλησιολογικές θέσεις, χρήσιμα εννοιολογικά – θεολογικά εργαλεία απέναντι σε αφελή και εκλεπτυσμένα επιχειρήματα των οικουμενιστών και των συνοδοιπόρων του (Ι. Μονές, Χριστιανικοί σύλλογοι, πνευματικοί και μεγάλο πλήθος πιστών).

Για παράδειγμα, τις σημερινές ομολογιακές τοποθετήσεις των Ορθοδόξων (Αποτειχίσεις, διακοπή μνημοσύνων), τις χαρακτηρίζουν με το περιγραφικό σχήμα ως «εκτός Εκκλησίας» ή ως «σχίσματα». Πάρα πολλοί, κληρικοί και λαϊκοί καθώς και μοναχοί, με ιδιαίτερη «Ορθόδοξη φόρτιση» και αξιώσεις καθολικότητας, με μικρή όμως υπόληψη των Πατερικών θέσεων, λέγουν: «Εμείς θα αγωνισθούμε εναντίον του Οικουμενισμού μέσα στην Εκκλησία».

Αυτές οι προσωπικές απόψεις, δεν εκφράζουν τις βαθύρριζες Αγιογραφικές πνευματικές – Πατερικές θέσεις. Είναι, οι απόψεις αυτές, επικέντρωση σε δειλές ιδεοτυπικές ανασυγκροτήσεις ιδεών μέσα στον ιδεολογικό χώρο περί «δύο άκρων», δηλ. οικουμενισμού και ζηλωτισμού.

Ο Μ. Βασίλειος στην επιστολή αυτή (214), εκφράζει αποθαρρυντικές θέσεις για όλους εκείνους, που έχουν ως βασιμότητα τον μετά «νηφαλιότητος» αγώνα εναντίον του οικουμενισμού στα όρια της συνύπαρξης με την Ορθοδοξία, την οποία συνύπαρξη ονομάζουν «εντός της Εκκλησίας»!

Στην Επιστολή ο Μ. Βασίλειος, την παράταξη του φιλαρειανού επισκόπου Παυλίνου (Θεσμική Ορθοδοξία της Αντιοχείας) την αποκαλεί απλά «αδελφοί», ενώ τους Ορθοδόξους πιστούς, που παραμένουν στην πνευματική καθοδήγηση του εξορίστου επισκόπου Μελετίου, όντως Ορθοδόξου, τους αποκαλεί αληθινή Εκκλησία. Γράφει σχετικά: «Προς δε τη φήμη ταύτη κατέλαβεν ημάς ακοή ότι και οι της κατά Παυλίνον συντάξεως αδελφοί διαλέγονται τη ορθότητί σου περί της προς ημάς ενώσεως, ημάς δε λέγω τους της μερίδος του ανθρώπου του Θεού, Μελετίου του επισκόπου. Ούς και γράμματα ακούω νυν των Δυτικών περιφέρειν αυτοίς την επισκοπήν της κατά Αντιοχείαν Εκκλησίας επιτρέποντα, παραλογιζόμενα δε τον θαυμασιώτατον επίσκοπον της αληθινής του Θεού Εκκλησίας Μελέτιον» δηλ. «πλην δε της φήμης αυτής έφθασεν εις ημάς η πληροφορία ότι οι αδελφοί της παρατάξεως του Παυλίνου έρχονται εις συνεννοήσεις με την ορθοφροσύνην σου περί ενώσεως με ημάς. Και όταν λέγω «ημάς», εννοώ την μερίδα του ανθρώπου του Θεού, του επισκόπου Μελετίου».

Ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη η ορολογία – φρόνημα του Μ. Βασιλείου, που ξεκαθαρίζει ποιοι είναι «Εντός της Εκκλησίας» και ποιοι «Εκτός». Η οριογραμμή είναι σαφής. Την θεσμική – διοικητική (νόμιμη) Εκκλησία της Αντιοχείας υπό τον φιλαρειανόν επίσκοπον Παυλίνο, που έχει την αποδοχή των Δυτικών Ορθοδόξων, την αποκαλεί απλά «αδελφούς», ενώ όσοι αναγνωρίζουν ως ποιμένα τον Ορθόδοξο, μα εξόριστο επίσκοπο Μελέτιο, τους χαρακτηρίζει «Αληθινή Εκκλησία του Θεού» και τον Μελέτιο «θαυμασιώτατον επίσκοπον».

Ερωτήματα: Ο Μ. Βασίλειος με την ορολογία του ενισχύει το «σχίσμα της Αντιοχείας», δηλ. σχίζει την Εκκλησία ή τους προτρέπει ενωτικά να στοιχηθούν πίσω από τον επίσκοπο Μελέτιο, ως ανήκοντες – λόγω αληθούς πίστεως – στην Ορθόδοξη και αληθινή Εκκλησία;
Ποιοί είναι εντός Εκκλησίας; Οι υπό τον φιλαρειανόν επίσκοπον (νόμιμον) Παυλίνον ή
του επισκόπου Μελετίου;
Να υπογραμμίσουμε, ότι ο Ι. Χρυσόστομος έχει αφιερώσει ολόκληρη εγκωμιαστική ομιλία για τον επίσκοπο Μελέτιο.

Ανήκουν στην αληθινή Εκκλησία του Θεού οι σημερινοί οικουμενιστές επίσκοποι; Ασφαλώς όχι, δεν ανήκουν. Αυτή είναι η αλήθεια κατά τον Μ. Βασίλειο και όχι μόνο.
Προειδοποιεί ο Μ. Βασίλειος με απόλυτη κατηγορηματικότητα: «Εγώ γαρ, ουχ όπως ει επιστολήν τις ανθρώπων δεξάμενος επ’ αυτή μέγα φρονεί, τούτου ένεκεν υποσταλήναι ποτέ καταδέξομαι, αλλ’ ουδ’ αν εξ αυτών ήκει των ουρανών, μη στοιχή δε τω υγιαίνοντι λόγω της πίστεως, δύναμαι αυτόν κοινωνόν ηγήσασθαι των αγίων» δηλ.
«Διότι εγώ, όχι μόνο αν εδεχθη κανείς επιστολήν από ανθρώπους (Εννοεί τους Δυτικούς) και υπερηφανεύεται δι’ αυτήν, δεν πρόκειται δια τούτο να υποχωρήσω, αλλά και από τους ουρανούς ακόμη αν έλθει αυτή, δεν συμφωνεί δε ούτος (ο επίσκοπος δηλ.) με την γνήσιαν διδασκαλίαν της πίστεως, δεν θα δυνηθώ να τον θεωρήσω ως έχοντα κοινωνίαν (εκκλησιαστική) με τους αγίους (Ορθοδόξους Χριστιανούς)».

Η απόφαση διακοπής κοινωνίας και μνημοσύνων οικουμενιστών επισκόπων και Πατριαρχών από σημερινούς Πατέρες, είναι απόφαση θεολογικής συνέχειας του Μ. Βασιλείου, υπεράσπιση της «μερίδος των ανθρώπων του Θεού», οντολογική παραμονή στην αληθινή Εκκλησία και όντως κοινωνία με τους αγίους.


ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ

ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ


Παρασκευή 1 Μαΐου 2020

Η Μνημόνευση του Επισκόπου. Γέρων Αλύπιος.



Η Μνημόνευση του Επισκόπου. Γέρων Αλύπιος.

Ὅταν μνημονεύουμε οἰκουμενιστὴ ἐπίσκοπο, συγκοινωνοῦμε μὲ τὴν πίστη ποὺ ἔχει αὐτός, ἀνεξάρτητα τί ἐμεῖς φρονοῦμε. Εἰς τὴν Θ.Λειτουργία τὸν μνημονεύουμε ὡς ὀρθοτομοῦντα τὸν λόγον τῆς ἀληθείας δηλαδὴ ψευδόμεθα καὶ γινόμαστε -ὡς κοινωνοὶ τῆς πίστεώς του- καὶ ἐμεῖς αἱρετικοί. Ὁ ΙΕ´ κανὼν τῆς Α´Β´ συνόδου τὸν ὀνομάζει μὲν “καλούμενον ἐπίσκοπον” ἐπειδὴ ἔχει τὴν χάριν τῆς ἱερωσύνης (δὲν ἔχει καθαιρεθῆ ἀπὸ σύνοδο), “ψευδοεπίσκοπο καὶ ψευδοδιδάσκαλο” δέ, ἐπειδὴ διδάσκει κακόδοξα. Ἐφ᾽ὅσον (κατὰ τὸν ἀνωτέρω κανόνα) οἱ ἀποτειχισθέντες ἀπὸ τὸν ψευδοποιμένα καὶ τοὺς κοινωνοῦντας μ᾽αὐτόν, εἶναι ἄξιοι τιμῆς, ἄρα οἱ μνημονεύοντες αὐτόν, αὐτοὶ κάνουν σχίσμα εἰς τὴν ἐκκλησία καὶ εἶναι ἄξιοι κατηγορίας καὶ τιμωρίας. Εἰς Κωνσταντινούπολη ἐπὶ εἰκονομάχου πατριάρχου Ἀναστασίου (730-754) οἱ χριστιανοί -πρωτοστατούντων γυναικῶν- εἰς τὴν Χαλκῆ Πύλη, ἐλιθοβόλησαν τοὺς εἰκονομάχους, ἐλέγχοντας αὐτοὺς καὶ ἐτελειώθησαν μαρτυρικῶς.
            Τοὺς ἐορτάζει ἡ Ἐκκλησία τὴν 10η Αὐγούστου. Σήμερα τέτοιες πράξεις χαρακτηρίζονται δυστυχῶς, ἀνταρσίες, φανατισμοί, χριστιανῶν δαιμονοπλήκτων ἔργα οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκτὸς ἐκκλησίας... Ἀντιθέτως αὐτοὶ ποὺ ἀναμένουν σύνοδο (π.χ. τὴν σύνοδο τῶν εἰκονομάχων “τῆς Ἱέρειας”, ἔτος 754 μ.Χ.) συνεχίζουν νὰ μνημονεύουν τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ, ὅπως μνημόνευε καὶ ὁ π.Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, ὁ διδάσκαλος τους, καὶ θεωροῦν ἑαυτοὺς συνετούς, διακριτικούς, ἐντὸς τῆς ἐπισκοποκεντρικῆς ἐκκλησίας.
            Θὰ ἦτο ἔντιμο νὰ ἔλεγον: “Δὲν θέλουμε νὰ ὀνειδιζόμαστε, νὰ διωχθοῦμε, νὰ χάσουμε τοὺς μισθούς μας καὶ τὶς θέσεις μας χάριν τῆς ἀληθείας, γι᾽αὐτὸ δὲν ἀποτειχιζόμαστε”, παρὰ νὰ δικαιολογοῦν ἑαυτοὺς παρερμηνεύοντας τοὺς Ἱ.Κανόνες γενόμενοι αἱρετικοί. Αὐτοὶ ὄχι μόνον ἀθετοῦν τοὺς Ἁγίους Πατέρες, ἀλλά καταργοῦν τὴν ὀρθόδοξη πατερικὴ παράδοση, συμβουλεύοντάς μας νά ἀκολουθούμε τίς πληροφορίες «θεοφωτίστων καὶ χαρισματικῶν γερόντων», ἐνῶ τήν κατατεθειμένη λύση ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία διὰ τῶν Ἱερῶν Κανόνων ἀπό τό ἴδιον ἅγιον Πνεύμα, στὸ τὶ ὀφείλουμε νὰ πράττουμε ἐν καιρῷ αἱρέσεως, νά τήν ρίπτομεν εἰς τόν κάλαθον τῶν ἀχρήστων, καὶ στὴν οὑσία, καταργούμε τὴν πατερικὴ παράδοση!!
            Ἡ δυνητικὴ ἑρμηνεία τοῦ ΙΕ´ κανόνος ἐξυπηρετεῖ τοὺς οἰκουμενιστὲς καὶ τοὺς χλιαρούς, ἀδιαφόρους-δειλοὺς χριστιανούς. Ἔτσι διατηροῦν οἱ ἐπίσκοποι αὐτοὶ τὴν ἑνότητά τους, ποὺ ἔχει κέντρο τὸν ἑαυτό τους καὶ ὄχι τὴν πίστιν, ἐνῶ οἱ χριστιανοὶ λυτρώνονται ἀπ᾽τὶς τύψεις τῆς συνειδήσεως γιὰ τὸν ὁμολογιακὸ ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς ΠΙΣΤΕΩΣ ποὺ θἄπρεπε νὰ κάνουν. Ὁ 33ος Ἀποστολικὸς κανών, θέλει νὰ γίνεται ἀκριβὴς ἐξέτασις τῆς πίστεως τοῦ κληρικοῦ πρὶν ἐπικοινωνήσει μαζί του ὁ κάθε ὀρθόδοξος. Ἂν ἦταν δυνητικὸς ὁ κανών, δὲν θὰ ἐνομοθετοῦσαν αὐτὰ οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι, οὔτε βέβαια ἐν καιρῷ αἱρέσεως θὰ ὑπῆρχαν ὁμολογητές. Σήμερα δὲν θὰ εἴμασταν ὀρθόδοξοι. Τὸ πῦρ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ σβύνει μόνο μὲ τὴν ὑποχρεωτικὴ ἑρμηνεία τοῦ κανόνος ΙΕ´ τῆς Α´Β´ συνόδου, δηλαδὴ ἀποτείχισις καὶ σὺν Θεῷ νὰ γίνει σύγκλιση Ὀρθοδόξου Συνόδου ποὺ θὰ τακτοποιήσει τὰ κακῶς ἔχοντα.
Ὁ ὁσ. Θεόδωρος ὁ Στουδίτης μᾶς δείχνει τὴν ὁδὸν τῆς καλῆς ἀθλήσεως ποὺ ὀδηγεῖ εἰς τὴν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. «Τὸ σῶμα μου μεμβράνη καὶ τὸ αἷμα μου μελάνι, νὰ γράφω πάντα ΟΧΙ εἰς τὴν κακοδοξία. Καὶ ὀρθόδοξον πίστιν ἔχειν καὶ ψευδοδιδασκάλων (οἰκουμενιστῶν) τὴν κοινωνίαν φεύγειν. Ὁ μὴ ἀναθεματίζων τὸν κακόδοξον ποιμένα εἶναι τῆς αὐτοῦ μερίδος» P.G. : 99,953 καὶ σελ. 1028 β.
            Οἱ ἁγιορεῖτες ἀποτειχισθέντες δὲν θεωροῦν τὰ μυστήρια τῶν μνημονευόντων οἰκουμενιστὰς ποιμένας εἶναι ἄκυρα, ἀλλὰ ὅτι στεροῦνται ἁγιαστικῆς χάριτος λόγω τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καὶ γιὰ αὐτὸν τὸν λόγο διακόπτουν τὴν κοινωνία μὲ αὐτοὺς. Τὸ ἔχουν δημοσιεύσει σὲ ἔντυπα, ἱστοσελίδες, ἀκόμη και εἰς τὴν ἐφημερίδα “Ὀρθόδοξος Τύπος”.
Τὸ 1987 εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος Κελλιῶτες πέριξ τῶν Καρεῶν καὶ Καψάλας, 42 γέροντες - μοναχοὶ διέκοψαν τὸ μνημόσυνον τοῦ πατριάρχου Δημητρίου (ἐδημοσιεύθη πρωτοσέλιδο καὶ εἰς τὸν ‘Ὀρθόδοξο Τύπον’. Τότε οἱ ἁγιορείτες ποὺ φοβόταν νὰ διακόψουν τὸ  μνημόσυνο ἐδικαιολογοῦσαν ἑαυτοὺς λέγοντας· “Δὲν ἔχουμε πληροφορία νὰ παύσουμε τὸ μνημόσυνο τοῦ πατριάρχου Δημητρίου”. Ἀπαντοῦσαν οἱ ἀποτειχισθέντες τότε: «Οἱ ἅγ.Πατέρες εἰς τὶς οἰκουμενικὲς συνόδους παρέδωσαν Κανόνες γιὰ τὸ τί πρέπει νὰ γίνεται ὅταν προκύψει κάποιο πρόβλημα καὶ δὲν ἔλεγαν, ἂς ρωτοῦν οἱ χριστιανοὶ τοὺς πνευματικούς-Γεροντάδες τῆς ἐποχῆς τους καὶ ὅτι τοὺς πληροφορήσει ὁ Θεός!! Οἱ ἅγιοι μάρτυρες ποὺ διέκοψαν κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς πρὶν γίνει σύνοδος, ἦταν ἐκτὸς ἐκκλησίας; Ὅποιος θέλει νὰ τοὺς τιμᾶ καὶ νὰ βαδίσει εἰς τὰ ἴχνη τῆς ὁμολογίας αὐτῶν πρέπει νὰ μιμηθεῖ αὐτοὺς εἰς τὴν ἀποτείχιση.
            Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ὅταν ἤρχοντο οἱ Λατινόφρονες εἰς τὸ Ἁγ. Ὄρος νὰ ἐπιβάλλουν τὴν ἕνωση τῆς Λυών (1274 μ.Χ.) μὲ τοὺς παπικοὺς εἶπε: “Ἔρχονται οἱ ἐχθροὶ τοῦ Υἱοῦ μου καὶ ἐμοῦ”.
“Ὁ κοινωνῶν μὲ ψευδοποιμένας-κακοδόξους, γίνεται ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ” (ὁσ.Θεόδωρος Στουδίτης P.G. :99,1205)
            Ἡ ὀρθὴ πίστις λέγει ὁ ἅγ. Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος εἶναι ὁ ἀναγωγεύς (=μεταφορικὸ μέσον) εἰς τὸν Θεόν, τὰ δὲ ἔργα (προσευχή, ἀγαθοεργίες κ.λ.π.) εἶναι ἡ ὁδός. Δὲν μπορεῖ νἄναι ὀρθόδοξος ὅποιος κοινωνεῖ μὲ οἰκουμενιστάς.
Ὁ ἅγ. Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης εἰς τὸ βιβλίο “Ὁδηγός” εἰς τὴν πρώτη ἐρώτηση λέγει ὅτι ἀληθὴς χριστιανὸς εἶναι οἶκος Θεοῦ συνιστάμενος ἐξ ὀρθῶν δογμάτων καὶ ἔργων τηρήσεως ἐντολῶν τοῦ Εὐαγγελίου.
Οἱ ἅγιοι λέγουν ὅτι ἡ ὀρθόδοξος πίστις καὶ ἔργα Ἀγάπης εἶναι τὰ δύο πτερὰ ποὺ μᾶς ἀνεβάζουν εἰς τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν. «Ὁ κόσμος ὅλος δὲν εἶναι ἄξιος μιᾶς ψυχῆς ποὺ φυλάτεται ἀμόλυντη ἀπὸ αἱρετικὴ κοινωνία καὶ παντὸς κακοῦ» (ὁσ. Θεόδωρος Στουδίτης P.G. :99,1205)
            Πολλοὶ ἰσχυρίζονται πὼς πρέπει οἱ χριστιανοὶ νὰ περιμένουν γιὰ νὰ ἐνημερωθοῦν κι᾽ἄλλοι ἄνθρωποι γιὰ τὴν παναίρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ μετὰ νὰ ἀποτειχισθοῦν. Ἡ ἀπάντηση τῶν πατέρων εἶναι ἡ ἐξῆς: «Ἔχετε τὸ δόγμα τῆς ἑνότητος ὑπεράνω τοῦ δόγματος τῆς ἀληθείας καὶ γίνεται σε ἐσᾶς ὅ,τι καὶ εἰς τοὺς παπικοὺς ποὺ ἔφθασαν σ᾽αὐτὰ τὰ χάλια. Ἀντὶ νὰ διαμαρτυρηθοῦν καὶ ν᾽ἀποτειχισθοῦν εὐθὺς μὲ τὴν ἐμφάνιση τῆς καινοτομίας, παρέμεναν σὲ κατάκριτη κοινωνία καὶ ἰδοὺ τὰ ἀποτελέσματα».
Τίς ἡ ὠφέλεια νἄχωμεν ὅλας τὰς ἀρετὰς καὶ νὰ στερούμεθα τὴν ὀρθὴν πίστιν; Πάλιν ποία ἡ ὠφέλεια τῆς ἀκριβοῦς πίστεως, ἄνευ ἀγάπης τοῦ πλησίον καὶ ταπεινὸν φρόνημα; Ὅποιος εἶναι πτωχὸς στὸ ἕνα ἢ στὸ ἄλλος ἄς πλουτίσει ἐργαζόμενος καταλλήλως.
            Οἱ οἰκουμενιστὲς μὲ τὸ νὰ προβάλλουν τὰ θαύματα καὶ πνευματικὸ ἀγῶνα «ἐντὸς Ἐκκλησίας», συγχύζουν τὸ ποίμνιο καὶ παραμένει ἐνόχως σὲ κοινωνία μ᾽αὐτούς. Ὁ Μ. Φώτιος γράφει: «Χριστομαχοῦσιν (οἱ οἰκουμενιστές) ὑπὸ τὸ ὀνόματι τῆς εἰρήνης» (P.G. : 102,873). Καὶ ὁ Μ. Βασίλειος εἰς τὴν 295 ἐπιστολή του λέγει: «Ἡ πίστις ἐστὶν ἡ σώζουσα ἡμᾶς, δι᾽ἀγάπης ἐνεργουμένη». Ἐν καιρῷ αἱρέσεως ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ διὰ μέσου τῶν Ἱ.Κανόνων καὶ ἁγίων Πατέρων εἶναι τὸ, μή «κοινωνεῖτε μὲ κακοδόξους ποιμένας» δηλαδὴ ἀποτείχισις. «Αὐτὸς ποὺ δὲν ἐργάζεται τὶς ἐντολές, κατὰ τὴν ἀναλογία τῆς ἀπραξίας ἐπιδεικνύει καὶ τὸ μέτρο τῆς ἀπιστίας του καὶ δέχεται σύμφωνα μ᾽αὐτὴν καὶ τὴν στέρηση τῆς θείας χάριτος» (ἁγ. Μάξιμος ὁμολογητής. Πρὸς Θαλάσσιον Ἐρώτησης 54)
            «Ἡ ὀρθόδοξος πίστις, θεμέλιος νοεῖται δι᾽ἧς γεννᾶται πᾶσα ἀρετή» (ἁγ.Γρηγόριος Νύσσης P.G. :45,588). Ὁ παραβάτης τῶν Ἱερῶν Κανόνων «κατ᾽αὐτοὺς (τοὺς κανόνας) καθηρημένος ἐστὶ (Θεόδωρος Στουδίτης P.G. : 99,997) διὰ δὲ τὸ ἁρμόδιον ἐκκλησιαστικὸν ὄργανον καθαιρετέος ἤτοι ὑπὸ κρίσιν». Μέχρι καταδίκης τοῦ Νεστορίου, τὰ παρ᾽αὐτοῦ μυστήρια ἐλογίσθησαν ἰσχυρά, «οὐδεὶς τῶν ὑπ᾽αὐτοῦ χειροτονηθέντων καθηρέθη» (Μ. Φωτίου, P.G. : 104,1224). Μέχρι συνοδικῆς καταδίκης τῶν ψευδοποιμένων εἰκονομάχων, καινοτόμοι καὶ ὀρθοδοξοῦντες λέγονται ἀπὸ τὴν 7η Οἰκουμενικὴ Σύνοδον διεστῶτες ἐν διαφωνία, ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας, οἱ μὲν ὑπὲρ τῆς κακοδοξίας, οἱ δὲ ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας. (Ἐπιστολὴ Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου Mansi 13,408)
            Ἡ καθ᾽ὅλου ἐκκλησία εἶναι ἀλάθητος καὶ ἀήτητος. Οἱ πιστοὶ ἢ κατὰ τόπους εκκλησίες δυνατὸν νὰ ἡττηθοῦν ἐν τῇ πίστει (διαιρέσεις, σχίσματα ...) πτῶσις εἰς αἵρεσιν. Ἡ ἐκκλησία «ὡμοιώθη» πρὸς ἀγρὸν μὲ σῖτον καὶ ζιζάνια. Νοσοῦντα μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἱ πλανώμενοι περὶ τὴν ὀρθόδοξον πίστιν και ἁμαρτάνοντες, μὴ κριθέντες ἀκόμη συνοδικῶς.
            Πᾶσαι αἱ Οἰκουμενικαὶ σύνοδοι ὑπῆρξαν καρπὸς Ἱερῶν ἀγώνων τῶν ἀποτειχισθέντων.
            Ἡ κοινωνία μὲ ποιμένας ποὺ διδάσκουν κακοδοξίες, ἐπιφέρει μολυσμόν, ποιεῖ ἔχθραν μὲ τὸν Θεὸν καὶ ὁδηγεῖ εἰς αἰώνιον κόλασιν (ὁσ. Θεόδωρος Στουδίτης P.G. :99,1205 Α κ´ 1275 c καὶ 1665 A. «Μολυσμὸν ἔχει ἡ κοινωνᾶ καὶ μόνο ποὺ γίνεται μνημόνευσις, δὲν μπορεῖ νἄναι ὀρθόδοξος αὐτός (ὁ ἱερεύς ἢ ἐπίσκοπος) ποὺ μνημονεύει κακόδοξον (δηλαδὴ σήμερον οἰκουμενιστὴν ποιμένα)» 1669 Α. Καὶ συνεχίζει περὶ μολυσμοῦ ὁ ὁσ. Θεόδωρος Στουδίτης γράφων: «Τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου προστάσσοντος μηδεμίαν κοινωνία ἔχειν πρὸς αἱρετικούς, ἀλλ᾽οὔτε πρὸς τοὺς κοινωνοῦντας μετὰ τῶν ἀσεβῶν» (1393 Α). Τοιαύτη κοινωνία ἀπὸ τὸν ἅγ. Γργηγόριο Νύσσης P.G. :44,233 εἶναι πρόοδος πρὸς τὸ χεῖρον δηλαδὴ αἰωνία ἀπώλεια ψυχῆς. Ἐνῶ τὸ κρατεῖν τὴν ὀρθόδοξη παράδοση σημαίνει ἄνοδον εἰς τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν· (Τριώδιον, ὄρθρος Μεγάλης Δευτέρας). Ὁ ἅγ. Κύριλλος Ἀλεξανδρείας γράφει πρὸς τοὺς χριστιανοὺς τῆς Κωνσταντινουπόλεως οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὸν Νεστόριο (πρὶν γίνει ἡ Γ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος), τοὺς μακαρίζει διότι δὲν ἐμολύνθησαν : «ἀσπίλους καὶ ἀμώμους ἑαυτους ἐτηρήσατε, μήτε κοινωνοῦντες Νεστορίῳ ἐφ᾽ὅσον δὲν εἶναι ποιμήν, ἀλλὰ λύκος» (Mansi 4,1096)
            «Ὅποιος διδάσκει ἀντορθόδοξα (ὅπως οἱ Οἰκουμενιστές, γίνεται ρυπαρὸς καὶ εἰς τὸ ἄσβεστον πῦρ θὰ ὁδηγηθεῖ, ὁμοίως καὶ ὁ ἀκούων, ὁ μνημονεύων καὶ κοινωνῶν αὐτοῦ» (Ἁγ. Ἰγνάτιος Θεοφόρος  P.G. :5,657)
            «Φόνος ψυχῆς, ἡ παραδοχὴ ψευδοδοξίας» (Μέγας Βασίλειος P.G. : 32,525c). Ὁ κοινωνῶν-μνημονεύων ψευδοεπίσκοπο μολύνεται δηλαδὴ σκοτίζεται ἡ ψυχή του καὶ ἔρχεται εἰς τὸ καταθαρσεῖν τῆς ἁμαρτίας (δηλαδὴ γενόμενος ψεύστης, ἄδικος, διώκτης κ.λ.π.) [Μέγας Βασίλειος P.G. : 30,756c]. «Ὅσοι χωλαίνουν στὴν πίστη, νὰ μὴ κοινωνοῦμεν αὐτοῖς» Ἐπιστ. Μ. Βασιλείου 266.     «Ἡ κοινωνία μὲ ψευδοδιδασκάλους εἶναι πνευματικὴ μοιχεία» (Ἅγ. Θεόδωρος Στουδίτης P.G. : 99,1176)
            «Τὸ μνημόσυνο-κοινωνία μὲ ψευδοποιμένας μολύνει, ὅπως ἀρρωσταίνει ἕνας ποὺ ἀναπνέει σὲ χῶρο ἀσθενῶν μὲ μεταδοτική (θανατηφόρο) νόσο Πρὸς τοὺς φαύλους συναναστροφή, μεγάλα κακὰ στὴν ψυχὴ μεταδίδει».. (Ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνός P.G. : 96,353)
            «Θὰ εἶμαι πάντοτε ἀκοινώνητος πρὸς τὸν πάπα καὶ σὲ ὅσους ἔχουν κοινωνία μ᾽αὐτόν» (πατριάρχης Γεννάδιος. «Ὅπου Ὀρθόδοξος πίστις ἐκεῖ τὸ Ἅγιον Πνεύμα, ὅπου ἀπιστία (=Οἰκουμενισμός) ἐκεῖ τὸ πονηρὸν πνεῦμα» (Ἰωάννης Δαμασκηνός P.G. : 96,533)
            «Ποιμὴν μὴ διδάσκων μὲ ἀκρίβεια τὶς θεῖες ἐντολές, θὰ δικαστῇ ὡς φονεὺς γιὰ τὴν ἀπώλεια ψυχῶν. Οἱ ἀκολουθοῦντες τέτοιο ψευδοποιμένα θὰ ἀπολεσθοῦν» (Μεγάλου Βασιλείου Ε.Π.Ε. 31,46)
            Ἂν εἶναι προαιρετικὴ (δυνητική) ἡ ἀποτείχισις διατὶ οἱ σύνοδοι καὶ οἱ ἅγιοι ὁμιλοῦν γιὰ μολυσμὸ καὶ θάνατο ψυχῆς σ᾽ὅποιον πραμένει σὲ κοινωνία μὲ ψευδοποιμένας; Δατὶ οἱ ἀποστολικὲς δαταγὲς β´,19 λέγουν ὅτι ὁ ἀκολουθῶν ψευδοποιμένας, θάνατον ἔχει καὶ πρέπει νὰ φεύγῃ ἀπ᾽αὐτοὺς διὰ νὰ μὴ κολάζεται αἰωνίως;
            Διατὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς λέγει νὰ φεύγουμε αὐτοὺς ποὺ δὲν δέχονται τὶς πατερικὲς ἑρμηνεῖες P.G. : 151,421 ὅπως ὁ ἴδιος δὲν μνημόνευε τὸν Καλέκα, ἂν ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ λυκοποιμένας ἦταν θέμα προαιρετικό; Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος βοᾷ: «Τί ποιεῖς ὤ ἄνθρωπε; Κοινωνεῖς μὲ τοὺς καταφρονητὰς τῶν ἱερῶν νόμων; (Δὲν λέγει ἐδῶ, ὅποιος θέλει ἂς μνημονεύῃ-κοινωνεῖ μ᾽αὐτούς!!).
            Αὐτοὶ ποὺ κοινωνοῦν ἢ σιωποῦν μὲ τοὺς ἔχοντας διεστραμμένα δόγματα εἶναι ἄξιοι μεγάλων ποινῶν-τιμωριῶν (7ος κανὼν τῆς 3ης Οἰκουμενικὴς Συνόδου).
            Ἡ Σύνοδος τοῦ 1351 ἐν Κωνσταντινουπόλει ποὺ ἀναθεμάτισε τὸν Βαρλαὰμ καὶ Ἀκίνδυνον νομοθετεῖ τὴν διακοπὴ κοινωνίας ὄχι μόνο μὲ κακοδόξους, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅσους κοινωνοῦν μαζί τους. (Δογματικὴ καὶ συμβολικὴ θεολογία τόμος β´ σελὶς 271, Ἰωάννου Ρωμανίδη). Εἰς τὸ Δευτερονόμιο λέγει: «Πρὸ προσώπου σου ἡ ὁδὸς τῆς ζωῆς (τήρησις θείων ἐντολῶν, ὁμολογία πίστεως-διακοπὴ κοινωνίας μὲ ψευδοποιμένας) καὶ ὁδὸς τοῦ θανάτου (σήμερον κοινωνία τῶν ἀκοινωνήτων οἰκουμενιστῶν, ἔκλεξαι Σὺ τὴν Ζωήν»!! (Δευτερονόμιον 30,19).
            «Ἡ καταπολέμησις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἤδη γίνεται μὲ ἐνημέρωσι κλήρου καὶ λαοῦ γιὰ ψευδοσύνοδο Κολυμπαρίου μὲ βιβλία, συνέδρια ...» (π.Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος).
            Λόγος γιὰ ἀποτείχισι οὐδείς! Ὁ Μέγας Βασίλειος εἰς 92 ἐπιστολή του· «...οἱ ναοὶ ἔρημοι τῶν ἐκκλησιαζομένων, φεύγουν ἀπ᾽τοὺς ναούς ... ὡς διδασκαλεῖα ἀσεβείας»!! «Μικρὸν τὸ ποίμνιον; ἀλλ᾽οὐκ ἐπὶ κρημνῶν φερόμενον» (ἅγ. Γρηγόριος Θεολόγος).
            Εἶναι τοσαύτη ἡ ἐντολὴ τῆς ἀποτειχίσεως ὥστε ὁ ἐπιχειρῶν ἀνατροπὴν ταύτης ὑπόκειται, κατὰ τὴν ΣΤ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδον εἰς καθαίρεσιν ἢ ἀφορισμόν (β´ κανών, 6ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ὁ Γ´κανὼν τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου δικαιώνει τοὺς πιστοὺς ποὺ ἀποτειχίστηκαν ἀπ᾽τὸ Νεστόριο, πρὶν καταδικαστεῖ ὁ Νεστόριος συνοδικῶς, γιαυτὸ ὁ Νεστόριος τοὺς ἀφώρισε.
            Ὁ π. Ἄγγελος δικαιολογεῖ ἑαυτὸν ποὺ μνημονεύει τὸν μητροπολίτη του π. Σεραφείμ, διότι δὲν κηρύττει -λέγει- αἵρεση, εἶναι ἐνάντιος εἰς τὸν Οἰκουμενισμὸ καὶ τὴν σύνοδο τῆς Κρήτης, ἔχει γράψει ἐπιστολὲς διαμαρτυρίες εἰς τὸν πάπα, τὸν Βαρθολομαῖο καὶ τὸν Ἐρντογκάν κλπ... Οἱ ἅγιοι λέγουν, ὡς προανεφέρθη, τὶ εὐθύνη ἔχει ὁ κοινωνῶν καὶ μνημονεύων οἰκουμενιστάς. Συλλειτουργεῖ μὲ συνοδοιπόρους τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀναθεματίζει ὁ Πειραιῶς Σεραφεὶμ τὴν Κυριακὴν τῆς Ὀρθοδοξίας (διαβάζοντας τό “Συνοδικό”) τοὺς οἰκουμενιστὰς καὶ συνεχίζει νὰ κοινωνεῖ μὲ ψευδοποιμένας ἀναθεματίζοντας ἔτσι τὸν ἑαυτόν του. «Ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔσται» (Β´ κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Ἀντιοχείας). Ἐγκωμιάζει τὸν Βαρθολομαῖο μὲ τὸ νὰ στέλνει δῶρο εἰς τὸν πατριάρχη τὴν φωτογραφία τοῦ ἰδίου σὲ εἰκόνα («Τοὺς τολμῶντας ἑτέρως φρονεῖν ἢ διδάσκειν» λέγει ἡ Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἢ κατὰ τοὺς ἐναγεῖς αἱρετικοὺς τὰς ἐκκλησιαστικὰς παραδόσεις ἀθετεῖν καὶ καινοτομίαν τινὰ ἐπινοεῖν ...καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν» (Ὅρος 7ης  Οἰκουμενικῆς Συνόδου). Δηλαδὴ ὑπὸ τῆς Συνόδου χαρακτηρίζονται καὶ οἱ καταφρονητὲς τῶν ἱερῶν παραδόσεων ὡς αἱρετικοί..!
            Ἀλλοίμονον ὄμως εἰς τοὺς δῆθεν ἀντιοικουμενιστάς, τοὺς μόνους ἐν Ἑλλάδι κληρικοὺς ποὺ ἐφαρμόζουν ὀρθὰ τὴν διακοπὴν μνημοσύνου (ἰδὲ σελὶς 2 τοῦ ἀνὰ χεῖρας φυλλαδίου) κατὰ τὸν π. Ἄγγελο Ἀγγελακόπουλον, τὸν Πειραιῶς π. Σεραφείμ, Ναυπάκτου π. Ἱερόθεον καὶ ἄλλους τὰ αὐτὰ φρονούντων, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον δὲν εἰσέρχονται εἰς τὸ στάδιον τῆς ὁμολογίας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ εἰσέλθουν ἐμποδίζουν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ προχωρᾷ πιὸ ἐλεύθερα ὁ οἰκουμενισμός. Ἀσφαλῶς μερικοὺς ὁμοίους αὐτῶν θὰ εἶχε ὑπ᾽ὄψιν του ὁ Μέγας Βασίλειος ὅταν ἔγραφε: «Πρὸς τῷ φανερῷ πολέμῳ τῶν αἱρετικῶν ἔτι καὶ ὁ παρὰ τῶν δοκούντων ὀρθοδοξεῖν ἐπαναστάς, πρὸς ἔσχατον ἀσθένειας, τὰς ἐκκλησίας κατήγαγε» (Ἐπιστολὴ 92)
            Δεκαετίες ἐνημερώνουν οἱ «ἀντιοικουμενιστὲς» τὸ ποίμνιο ... ὁμολογοῦν τὴν νόσον (παναίρεσιν οἰκουμενισμοῦ) ἀλλ᾽οὐδέποτε ἔρχονται εἰς τὴν θεραπείαν (=ἀποτείχισιν). Ἀξιώματα, μισθός, θέσεις, δόξα τοῦ κόσμου μαζὶ μὲ ὁμολογία δὲν γίνεται, (ὅσ. Θεόδωρος Στουδίτης P.G. : 99,1364)
            «Τὰ ἔργα μετανοίας χωρὶς εὐσεβῶν δογμάτων (μνημόσυνο-κοινωνία μὲ οἰκουμενιστάς) δὲν τὰ δέχεται ὁ Θεός» (ἅγ. Κύριλλος Ἱεροσολύμων\ Κατήχησις 4,2).
            Ὁταν ὁ βασιλεὺς Ἰωσαφὰτ συμμάχησε εἰς πόλεμον μὲ τὸν βασιλέα Ἀχαάβ (τοῦ Ἰσραήλ) κατὰ τῶν Σύρων καὶ ἐπέστρεψε, εἰς τὸν οἶκον του ἐν Ἱερουσαλήμ, Ἰοὺ ὁ προφήτης εἶπεν: «Βασιλεῦ Ἰωσαφάτ, βοηθεῖς ἁμαρτωλόν, ἔχεις φιλία μ᾽αὐτὸν ποὺ ἀποστρέφεται ὁ Θεός; κ.λ.π. (Β´ Βασιλειῶν 19, 1-3). Εἰς τὸν ἴδιον τὸν Ἰωσαφὰτ ἐπειδὴ μὲ τὸν εἰδωλολάτρη Ὀχοζία συνεργαζόταν, ὁ προφήτης Ἐλιέζερ εἶπε: «Ὡς ἐφιλίασας τῷ Ὀχοζία ἔθραυσε Κύριος τὸ ἔργο σου, συνετρίβη τὰ πλοῖα σου ...». (Β´ Βασιλειῶν 20, 35-37) Ἀὐτὰ συνέβησαν εἰς τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, εἰς τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραήλ, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι εἴμεθα ὁ νέος Ἰσραήλ, τὸ ποίμνιο τῆς Ἐκκλησίας. Φιλία, συνεργασία (πόσο μᾶλλον συμπροσευχή) μὲ ἀσεβεῖς παροργίζει τὸν Θεόν, γενόμενοι αἰχμάλωτοι εἰς τὸν δάβολον. Ὅταν ὁ προφήτης Ἐλισσαῖος ἀσθενοῦσε τὸν ἐπεσκέφθη ὁ βασιλεὺς Ἰσραὴλ Ἰωάς. Ὁ προφήτης εἶπε εἰς τὸν βασιλέα νὰ τοξεύσει ἀπ᾽τὸ παράθυρο ἐπὶ τὴν γῆν καὶ θὰ εἶναι τοῦτο «βέλος σωτηρίας τῷ Κυρίῳ» -νίκη ἕως συντελείας (ἕως τέλους) κατὰ τῆς Συρίας. Ἐτόξευσε τρὶς καὶ ὁ προφήτης ἐλυπήθη καὶ τοῦ εἶπε: «Ἐὰν τόξευες 5 ἢ 6 φορὲς θὰ νικοῦσες τοὺς Σύρους, τώρα μόνο τρεῖς φορὲς θὰ τοὺς νικήσεις (μετὰ αἰχμαλωσία καὶ ὅλα τὰ ἐξ᾽αὐτῆς κακά). [Βασιλειῶν Δ´. Κεφάλαιον 13, 14-19]
            Τὰ ἱστορικὰ αὐτὰ γεγονότα, ἐπαναλαμβάνονται εἰς τὸν κάθε χριστιανὸ εἰς τὸν νοητὸ πόλεμο. Ἐχθροὶ σήμερον ἀναγωγικῶς ἑρμηνευόμενον εἶναι οἱ δαίμονες οἱ ὁποῖοι ἔχουν αἰχμαλωτίσει καὶ κατευθύνουν τοὺς αἱρετικούς. Οἱ δαίμονες διὰ μέσου τῶν παθῶν πολεμοῦν τοὺς ἀνθρώπους. Ἐὰν δὲν τοξεύσωμεν πεντάκις-ἑξάκις δηλαδὴ μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις, ἐφαρμόζοντες τὰς θείας ἐντολὰς, ἔχοντας τὴν ὁμολογία ὀρθοδόξου πίστεως καὶ τὸ ἀκοινώνητον πρὸς τοὺς ψευδοποιμένας (οἰκουμενιστάς) δὲν μποροῦμε μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ νὰ νικήσουμε τὸν ἐχρθόν μας διάβολον, θὰ εἴμεθα αἰωνίως μετ᾽αὐτοῦ. Ἐν καιρῷ αἱρέσεως αὐτὸ εἶναι τὸ «ἔνδυμα γάμου» (ὀρθόδοξος πίστις, ὁμολογία ἀληθείας ἕως θανάτου), διὰ εἴσοδόν μας εἰς τοὺς «Γάμους τοῦ Νυμφίου»,τὰ δὲ ἔργα ἀγάπης (=τήρησις θείων ἐντολῶν) εἶναι ἡ ὁδὸς ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ ἕως τὴν οἰκία τοῦ Νυμφίου» (δηλαδὴ Βασιλεία Οὐρανῶν). Τὸ πρῶτο ἐπὶ γῆς παρουσίας τοῦ Οὐρανίου Νυμφίου θαῦμα, εἶναι εἰς τὸν ἐν Κανᾶ γάμον, ὅπου ὁ Κύριος μὲ τὴν Θεοτόκον καὶ τοὺς μαθητάς του. Ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ ὁμολογητὴς ἀναγωγικῶς ἑρμηνεύων λέγει: Νυμφίος ὁ νοῦς, νύμφη ἡ ἀρετή. Μήτηρ τοῦ Λόγου, ἡ ἀληθὴς πίστις. Ὅπως ἡ Θεοτόκος εἶναι μητέρα κατὰ σάρκα τοῦ Χριστοῦ, ὡς Θεὸς ὑπάρχει κατὰ φύσιν δημιουργὸς ὁ Λόγος, ἔτσι σὲ ἐμᾶς πρῶτα τὴν ΠΙΣΤΙΝ δημιουργήσας ὁ Λόγος, ὕστερα γίνεται υἱὸς τῆς πίστεως μας (μὲ τὴν ἐργασία τῶν ἀρετῶν σωματούμενος) λαμβάνοντες τὰ χαρίσματα πρὸς σωτηρίαν. Χωρὶς ὀρθόδοξον πίστιν (καὶ Θεὸς κατὰ φύσιν καὶ υἱὸς κατὰ χάριν ὁ Λόγος) οὐδεμίαν παρρησίαν ἔχομεν πρὸς τὸν Θεόν.
            [Φοβερὸς ὁ λόγος! Οὐδεμίαν παρρησίαν... δηλαδὴ δὲν ὑπάρχει σωτηρία!] «Ἀναβαίνοντες πρὸς τὸν Θεόν, μηδὲν τῶν εἰρημένων (=διακοπὴ κοινωνίας μετὰ τῶν ψευδοποιμένων) παραλιμπάνοντες, ἵνα μὴ ἀμελοῦντες τὴν πίστιν, τυφλὴν ἔχομεν (μὴ ἔχουσα φωτισμοὺς τοῦ Πνεύματος διὰ τῶν ἔργων) καὶ κολασθῶμεν δικαίως εἰς ἀπείρους αἰῶνας ...» (Ἅγ. Μάξιμος P.G. : 90, 1277D καὶ P.G. :90, 400C)
            «Πολλοὶ οἱ λέγοντες, ὀλίγοι οἱ ποιοῦντες, τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ οὐδεὶς ὤφειλε νοθεύειν διὰ τὴν ἰδίαν ἀμέλειαν, ἀλλ᾽ὁμολογεῖν μὲν τὴν ἑαυτοῦ ἀσθένειαν, μὴ κρύπτειν δὲ τὴν Ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ, ἵνα μὴ ὑπόδικοι γενώμεθα, μετὰ τῆς παραβάσεως τῶν ἐντολῶν καὶ τῆς παρεξηγήσεως (=παρερμηνεῖες, ἀντιπατερικὲς διδαχές) τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ» (Ἅγ. Μάξιμος Δ´ ἐκαντὰς 85. Περὶ Ἀγάπης)
Ὁ μέγας Ἀθανάσιος λέγει: “Ὁ ἀκολουθῶν ψευδοποιμένα ὀδηγεῖται εἰς τὴν κόλασιν” (P.G. : 26,1321).
Ἐκείνων ποὺ τὸ φρόνημα ἀποστρεφόμεθα, δὲν πρέπει νἄχωμε ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μ᾽αὐτούς. (P.G. : 26,1188)
Ὅποιος ὁμιλεῖ-διδάσκει χωρὶς πατερικὲς ἀποδείξεις αὐτὸς λαλεῖ τὸ ψεῦδος (P.G. : 26,1132) καὶ “ἐπινοεῖ ἑαυτῷ τὰ μὴ δέοντα ... μὴ ἄξια περὶ Θεοῦ λέγων, ἀσύγνωστον ἔχει τὴν δίκην τῆς τόλμης” (P.G. : 26,224 B). Οἱ οἰκουμενιστὲς καὶ οἱ κοινωνοῦντες μ᾽αὐτοὺς ἐξουσιάζονται ἀπὸ τὸ πονηρὸν πνεῦμα (P.G. : 26,376 C) οὔτε ἐλεγχόμενοι παύονται, μὴ βλέποντες αὐτὰ ποὺ πρέπει νὰ βλέπουν (P.G. : 26,321 B C). Τὸ ἅγιον Πνεῦμα μένει εἰς ἡμᾶς ἕως αὐτὸ τῇ ὁμολογίᾳ φυλάττομεν (P.G. : 26, 373 C). Ἐκ τοῦ μολυσμοῦ τῆς κοινωνίας μὲ οἰκουμενιστὰς γίνεται σκοτισμός (=ἀδόκιμος νοῦς, ποὺ ποιεῖ τὰ μὴ καθήκοντα ... ἀρνοῦνται τὴν ἀποτείχιση) (P.G. : 26, 477C) καὶ δὲν ἔχουν μάτια νὰ δοῦν τὴν ἀλήθεια καθὼς ὁ μάρτυς Κορδᾶτος ἔλεγε εἰς τὸν τύραννο: “Σκοτεινὴ σοι ἡ ἀλήθεια φαίνεται, ἐπειδὴ τυφλοὺς ἔχεις τοὺ ψυχικοὺς ὀφθαλμούς”.
«Φεῦγε ἀπὸ τοὺς καπηλεύοντας τὴν θεοσέβειαν. Οὗτοι ψυχὴν ἔχουν διαβολικήν, διὰ νὰ μὴ κολάζεσαι αἰωνίως» (P.G. : 26,1257)
Μαζὶ μὲ τοὺς αἱρετικοὺς συγκαταδικάζονται, ὅσοι διαφωνοῦν στὰ λόγια, ἀλλὰ κοινωνουν μὲ ψευδοποιμένας οἰκουμενιστάς (Ὅσ. Θεόδωρος Στουδίτης P.G. : 99,1049, 1164, 1205)
Ὁποία ἡ κεφαλή, τοιοῦτον καὶ ὅλον τὸ σῶμα (κατὰ τὸν Ὅσ. Θεόδωρο Στουδίτη P.G. : 99,1553 τονίζοντας τὴν εὐθύνη καὶ τὴν βλάβη ψυχῆς μόνο ἐπειδὴ ἔχομε κοινωνία μὲ κακόδοξο ποιμένα. Ὑπακοὴ ἐστὶ πίστις ἀληθὴς καὶ βίος ἔνθεος.
Ἐπαινετὴ καὶ θεάρεστος ἑνότης εἶναι μία, τῆς ἀληθοῦς ὀμολογίας τῆς ΠΙΣΤΕΩΣ.
Ἐπιδιώκουμε νὰ εἴμεθα ἐκτὸς τῆς “ἐκκλησίας” ποὺ δὲν παραδέχεται τὴν μοναδικότητά της, ἀλλὰ ἀναγνωρίζει τοὺς αἰρετικοὺς ὡς ἀδελφοὺς ἐν Χριστῷ.
Ἡ ἀποτείχιση ἀπὸ τέτοια “ἐκκλησία” φωτίζει μὲ τὴν καλὴ ὁμολογία τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ποὺ εἶναι ἡ σφραγὶς τῶν μαρτύρων καὶ τὸ ἀψευδὲς σημεῖον τῆς πρὸς τὸν Θεὸν εἰλικρινοῦς ἀγάπης.
Λόγια ποὺ δὲν συνοδεύονται ἀπὸ τὴν συνέπεια καὶ τὴν πράξη δὲν συγκινοῦν κανένα. Ἀρετὴ ποὺ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν αἵρεση εἶναι νόθος ἀρετή, ὑπενθυμίζει ποιμένα ποὺ ἀφήνει τὰ πρόβατα στὸ λύκο.
Ὅταν γράφουμε νὰ μὴ λησμονοῦμε τί πράττουμε, αὐτὰ πρέπει πάντα νὰ συμφωνοῦν.
Ἡ παναίρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ βασιλεύει καὶ οἱ μοναχοὶ μὲ τοὺς ποιμένες ἐνόχως σιωποῦν. Τὰ ἐξομολογητήρια, τῶν πνευματικῶν, ἔχουν καταντήσει δυστυχῶς ὑπνωτήρια ὀρθοδόξων συνειδήσεων, δὲν ὀρθοτομοῦν, καρατομοῦν τὸν λόγον τῆς ἀληθείας, βαδίζοντες ὁδὸν ἀπωλείας. (P.G. : 90,1076 D)
Ὁ π. Ἄγγελος καὶ οἱ «ἀντιοικουμενιστές» προτιμοῦν σήμερον τὴν ἡσυχίαν τῆς ἐνόχου σιωπῆς, οὐδὲ κατὰ νοῦν φανταζόμενοι τὴν ἀναγκαιότητα διακοπῆς ἐκκλησιαστικῶν σχέσεων πρὸς τοὺς κακοδόξους ἡγέτας των, πρὸς δημιουργίαν ἀμωμήτου θυσιαστηρίου.
Ὁ ἅγ. Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς γράφει εἰς ἐπιστολὴν του πρὸς ἁγιορείτην ἡγούμενον: “Τοῦτό ἐστι τὸ καύχημα ἡμῶν, ἡ καλὴ κληρονομία τῶν Πατέρων ἡμῶν. Μετὰ ταύτης ἐλπίζομεν νὰ σταθοῦμε εἰς τὸν Θεὸν καὶ νὰ λάβωμεν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν μας”.
Ὁ Ἁγιορείτης Γέρων Σάββας Καψαλιώτης (+1991) ἔλεγε: “Δύο δρόμοι ὑπάρχουν, τῶν ὁσιομαρτύρων Ἁγιορειτῶν ἐπὶ πατριάρχου Ἰωάννου Βέκκου (1276) μαρτυρησάντων καὶ τῶν τυμπανιαίων τῆς Ἱ.Μ.Λαύρας ὁσίου Ἀθανασίου, οἱ ὁποῖοι συλλειτούργησαν μὲ τοὺς λατινόφρονας καὶ μετὰ θάνατον ἔμειναν ἀδιάλυτοι, θέαμα φρικτόν. Γι᾽αὐτοὺς τοὺς κληρικοὺς ποὺ ἤρχοντο τότε νὰ ἐπιβάλλουν τὴν ἕνωσιν μὲ παπικοὺς ἡ Παναγία μας εἶπε: “Ἔρχονται οἱ ἐχθροὶ τοῦ Υἱοῦ μου καὶ ἐμοῦ...”!
Ὁ διδάσκων ἀντίθετα ἀπ᾽ὅ,τι ἡ Ὀρθόδοξη πατερικὴ παράδοση, προσβάλλει τοὺς θεοφόρους διδασκάλους καὶ τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησία, γενόμενος αἴτιος ψυχικοῦ θανάτου. (Μ. Ἀθανάσιος P.G. : 26, 1052 A)
Καλὸν εἶναι πρὶν ἐπωμισθεῖ ὁ π. Ἄγγελος ρόλο διδασκάλου νὰ διδαχθεῖ πρῶτα ὁ ἴδιος αὐτὰ ποὺ πρόκειται νὰ διδάξει. Ἔχοντας οδηγὸ τό “Πηδάλιο” καὶ τοὺς ἁγίους Πατέρας νὰ φυλάξουμε ἑαυτοὺς ἀμετόχους τῆς θεοχωρίστου κοινωνίας τῶν ψευδοποιμένων-ψευδοδιδασκάλων Οἰκουμενιστῶν εἰς δόξαν χριστοῦ καὶ ΧΑΡΑΣ τῶν ἀγγέλων (=Θεοτόκου). ΑΜΗΝ (Ἐπιστολὴ 207 Ὁσ. Θεοδώρου Στουδίτου).

Γέρων Ἀλύπιος
Καψάλα Ἅγ. Ὄρος
στις Μαρτίου 23, 2020